αὐτοκάβδαλος

αὐτο-κάβδᾰλος, ον,
A done carelessly, slovenly, Arist. Rh.1415b38; αὐ. σκάφος a bark built offhand, Lyc.745. Adv. -λως extempore,

περὶ εὐόγκων λέγειν Arist.Rh.1408a12

.
II αὐτοκάβδαλοι, οἱ, buffoons, improvisers, Eup.2co, Semus 20, Luc.Lex.10.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αυτοκάβδαλος — αὐτοκάβδαλος, ον (Α) 1. αυτός που έγινε πρόχειρα ή απρόσεκτα 2. (πληθ. αρσ. ως ουσ.) οἱ αὐτοκάβδαλοι βωμολόχοι ηθοποιοί που απαγγέλλουν αυτοσχεδιάζοντας. [ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολογίας] …   Dictionary of Greek

  • αὐτοκάβδαλος — done carelessly masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοκαβδάλως — αὐτοκάβδαλος done carelessly adverbial αὐτοκάβδαλος done carelessly masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοκάβδαλον — αὐτοκάβδαλος done carelessly masc/fem acc sg αὐτοκάβδαλος done carelessly neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοκαβδάλους — αὐτοκάβδαλος done carelessly masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοκαβδάλων — αὐτοκάβδαλος done carelessly masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοκάβδαλα — αὐτοκάβδαλος done carelessly neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοκάβδαλοι — αὐτοκάβδαλος done carelessly masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.